Η ενώπιον της Βουλής διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης και η Κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών

kontra

16 Ιανουαρίου 2019

Του Δημήτρη Παναγιωτόπουλου*

Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ_ΑΝΕΛ ορκίστηκε ενώπιον της Βουλής, μετά την διαπίστωση της δεδηλωμένης πλειοψηφίας, ως κυβερνητικός συνασπισμός  δύο κομμάτων με την καταγεγραμμένη δύναμη τους στις τελευταίες εκλογές.

Το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα, προκειμένου περί σχηματισμού κυβερνήσεως απαιτεί την αδιαμφισβήτητη πλειοψηφία στη βουλή, θέλει δηλαδή κυβέρνηση με δεδηλωμένη πλειοψηφία, ενώ δεν επιτρέπει κυβερνήσεις μειοψηφίας.  Στη βάση αυτού γίνεται φανερό ότι το Σύνταγμα δεν αφήνει περιθώρια σε κυβέρνηση μειοψηφίας να μπορεί να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης απ’ τη βουλή, παρά μόνο αν κυβέρνηση διαθέτει τη δεδηλωμένη πλειοψηφία.

Έτσι, μετά την αποχώρηση της μιας εκ των δύο κομματικών δυνάμεων από την κυβέρνηση, όπως εν προκειμένω το κόμμα των ΑΝΕΛ, τυπικώς ενεργοποιούνται οι διαδικασίες των διατάξεων των άρθρων του Συντάγματος (άρθρα 37, 38 και 84). Όπως μετά τις εκλογές, με την ψήφο των διερευνητικών εντολών σχηματισμού κυβέρνησης, το ίδιο και με ανακατατάξεις των δυνάμεων των κομμάτων κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, όπως στην περίπτωση αποχώρησης των ΑΝΕΛ από τον κυβερνητικό συνασπισμό, εφαρμόζονται οι παραπάνω διατάξεις του Σ. Κατά τούτο, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρ. 37 παρ.4 εδ. 2. Σ όπως προστέθηκε με το ψήφισμα της 6-3-1986)  στο πλαίσιο του πολιτεύματος μας, την προεδρευόμενη Δημοκρατία, οι αλλαγές των κοινοβουλευτικών δυνάμεων πρέπει να ανακοινώνονται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αφού ρυθμιστής του πολιτεύματος, όπως μετά τις εκλογές είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω  με την κατ’ ουσία διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετά την αποχώρηση του δευτέρου εκ των δύο εταίρων, εν προκειμένω των ΑΝΕΛ, δεν υπάρχει κοινοβουλευτική δύναμη επί της οποίας και με την οποία υφίστατο η δεδηλωμένη, αναγκαία για τη διατήρηση της Κυβέρνησης στην εξουσία. Κατά συνέπεια μετά την παραίτηση- αποχώρηση των ΑΝΕΛ από την Κυβέρνηση ο Πρόεδρος της βουλής όφειλε να ενημερώσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την  νέα κατάσταση της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων στο κοινοβούλιο, ότι δηλαδή δεν υφίσταται πλέον η δεδηλωμένη κυβερνητική πλειοψηφία.
Σε συνέχεια αυτού, ο  πρωθυπουργός όφειλε να καταθέσει την παραίτηση της Κυβέρνησης στον πρόεδρο της Δημοκρατίας αφού πλέον δεν διαθέτει δεδηλωμένα την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη Βουλή. Για το λόγο αυτό μέχρι χθες τουλάχιστο 14-1-2018 ήταν εκτός Συνταγματικής ρύθμισης ως Πρωθυπουργός μειοψηφίας να ζητά ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή, καθότι μετά την αποχώρηση και διάλυση του κυβερνητικού Συνασπισμού ήταν μόνο κυβέρνηση δεδηλωμένης μειοψηφίας που όπως είπαμε ουδόλως επιτρέπει το ισχύον Σύνταγμα, πράγμα το οποίο δεν τον νομιμοποιεί να ζητά ψήφο εμπιστοσύνης απ’ τη βουλή. Ψήφο εμπιστοσύνης απ’ τη βουλή μπορούσε να ζητήσει για παράδειγμα όταν υπήρχε ο κυβερνητικός συνασπισμός με  αδιαμφισβήτητη την πλειοψηφία, για τους λόγους που εκείνη θα έκρινε, ενώ ως κυβέρνηση με δεδηλωμένη τη μειοψηφία πλέον μετά την αποχώρηση των δυνάμεων του κυβερνητικού εταίρου ανεξάρτητα των οικείων προβλημάτων αυτού, δεν μπορεί.

Η Ψήφος εμπιστοσύνης λοιπόν από κυβέρνηση δεδηλωμένης μειοψηφίας, παρίσταται ως Συνταγματική εκτροπή και μόνο, μετά την παραίτηση την οποία όφειλε να υποβάλλει ο πρωθυπουργός (άρθρ. 38 παρ. 1 εδ, α΄Σ), ο  Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορούσε να του ζητήσει να παραμείνει στη θέση του μέχρι το σχηματισμό νέας κυβέρνησης δια της ανάθεσης διερευνητικών εντολών είτε Σύγκληση Αρχηγών ή και Υπηρεσιακή Κυβέρνηση ( άρθρο 37 Σ).

Έτσι η κυβέρνηση παρίσταται ως σχήμα de facto ενώ θα έπρεπε να έχει υποβάλλει την παραίτησή της και αντί να ζητά ως μειοψηφία, «ζυμωμένη»  ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής, το οποίο ευθέως σημαίνει διασάλευση του δημοκρατικού πολιτεύματος και επάνοδος στο 1965 με απροσδιόριστους πολιτειακούς κινδύνους, όφειλε να παραιτηθεί.

Βέβαια φαίνεται ότι, μετά τη δημόσια δήλωση των έξη ότι στηρίζουν την κυβέρνηση, επέρχεται πλάγια μεν θεραπεία κυβερνητικής πλειοψηφίας, πλήγμα δε στη πληγωμένη ούτως ή άλλως Δημοκρατία και αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν μπροστά υπάρχει η επερχόμενη προς κύρωση απ’ αυτή τη Βουλή, η Συμφωνία των Πρεσπών.

Στη συμφωνία αυτή τα αισθήματα του Λαού πάνω από 75% είναι αντίθετα διότι με αυτή γιατί όχι μόνο ο Λαός δεν τη θεωρεί εθνικά συμφέρουσα, αλλά τη θεωρεί εθνικά επικίνδυνη με απροσδιόριστες αρνητικές συνέπειες για τον Ελληνικό Λαό και το Έθνος .  

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η ψήφος εμπιστοσύνης επιδιώκεται από την κυβέρνηση της θεραπευόμενης μειοψηφίας, μετά την αποχώρηση των ΑΝΕΛ τουλάχιστο από τον κυβερνητικό συνασπισμό, ώστε να προχωρήσει η κυβέρνηση στην κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών απ’ τη Βουλή, σύμφωνα με τη ρήτρα ανάληψη υποχρέωσης προς κύρωση, προερχόμενη από την ίδια τη συμφωνία.

Στην επικείμενη όμως υποχρεωτική κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών, πέραν του ότι  απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 της Βουλής με την κοινοβουλευτική διαδικασία  σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Συντάγματος (βλ. Άρθρο 28 παρ 2 και Ψήφισμα Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας 17.6.2018), αυτή  δεν αρκεί.

Στο Σύνταγμα ορίζεται ότι « για να εξυπηρετηθεί  σπουδαίο εθνικό συμφέρον και αν προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία […] . Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή τη  απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών» ( άρθρο 28 παρ.2) . Η ο τρόπος κύρωσης της συμφωνίας αυτής δεν εμπίπτει δηλαδή στις διατάξεις του άρθρου 28 παρ 3 που ορίζεται ότι:  «Η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται   από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής Κυριαρχίας της , εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον […] και γίνεται με βάση τις αρχές της Ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας». Στην περίπτωση αυτή  παράδειγμα αποτελεί η συμμετοχή μας στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη.

Έτσι, όπως προαναφέραμε, η συμφωνία των Πρεσπών φέρνει την Ελλάδα σε δεινή θέση και όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα θα έλεγα ότι τα απεμπολεί παραχωρώντας όνομα Μακεδονία, εθνικότητα και γλώσσα Μακεδονική, σε χώρα Τρίτη που ουδόλως σχετίζεται με αυτά, προσβάλλοντας μάλιστα άμεσα και ευθέως τον Ελληνισμό, την ελληνική δημόσια κληρονομιά και τα ελληνικά συμφέροντα με πλαστογράφηση της ιστορίας και του πολιτισμού των Ελλήνω. Κατά τούτο επομένως και αυτή η κύρωση της συμφωνίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος που ορίζουν υπερψήφιση με τα 3/5 της βουλής άρθρο 28 παρ 2,  δηλαδή 180 ψήφοι του όλου αριθμού των βουλευτών δεν αρκεί και ο μόνος αρμόδιος να την κυρ΄λωσει ή να την απορρίψει είναι ο Ελληνικός λαός με Δημοψήφισμα κατ’ αρθρο 44 του Συντάγματος.

Κατά συνέπεια είναι Συνταγματικά επιτακτικό καθήκον και πολιτικά αναγκαίο, να αποφανθεί πρωτογενώς ο Ελληνικός Λαός με ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ.
Έτσι με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ στη συμφωνία αυτή ο Λαός οφείλει να κληθεί να δώσει μια και καλή λύση στο πρόβλημα αυτό και να αναλάβει τις ευθύνες του.
Χρέος λοιπόν όλων των Δημοκρατικών Πατριωτικών δυνάμεων είναι να συμβάλουν σ’ αυτό με όλες τις δυνάμεις τους.

*Ο Δημήτρης Παναγιωτόπουλος είναι καθηγητής Εθνικού και καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ

ΕΘΝΙΚΑ

© 2019 neapolitiki.gr | Designed & Developed by happyad

Please publish modules in offcanvas position.